Νέες, σοβαρές πτυχές γύρω από την απαγωγή και τη δολοφονία του 27χρονου Μανώλη Βροντάκη έρχονται στο φως, με τις Αρχές να θεωρούν πλέον ότι η εκτέλεσή του συνδέεται άμεσα με όσα γνώριζε και διέρρεε για την ανεξιχνίαστη δολοφονία του επιχειρηματία Χρήστου Γιαλιά.
Ο Βροντάκης διατηρούσε εταιρεία που δραστηριοποιούνταν στη μίσθωση αλλοδαπών εργατών γης για αγροτικές εργασίες. Σύμφωνα με στοιχεία που εξετάζουν οι Αρχές, ένας από τους εργάτες του είχε αποκαλύψει τα άτομα που παρακολουθούσαν τότε το σπίτι του επιχειρηματία Χρήστου Γιαλιά πριν τον δολοφονήσουν. Και αυτό γιατί του είχαν ζητήσει και του συγκεκριμένου εργάτη να φιλάει τσίλιες αλλά αυτός αρνήθηκε. Η πληροφορία αυτή θεωρείται ιδιαίτερα κρίσιμη, καθώς ο 27χρονος φέρεται στη συνέχεια να υποστήριζε δεξιά και αριστερά ότι γνώριζε ποιοι βρίσκονταν πίσω από τη δολοφονία του Γιαλιά.
Παράλληλα, στο πλαίσιο της έρευνας επανεξετάζεται και μεγάλη ληστεία που είχε σημειωθεί πριν από λίγους μήνες στο σπίτι του παππού του Βροντάκη, με τον οποίο είχε μεγαλώσει. Από την κατοικία είχαν αφαιρεθεί περίπου 500.000 σε λίρες και μετρητά. Ένα από τα άτομα που συμμετείχαν στη ληστεία είχε εμπλοκή και στην εκτέλεση του Χρήστου Γιαλιά. Αυτά τουλάχιστον είχε μεταφέρει σύμφωνα με πληροφορίες ο εργάτης, στον Μανώλη Βροντάκη.
Οι Αρχές λοιπόν εκτιμούν, σύμφωνα με όσα μεταφέρει αξιωματικός του Ελληνικού FBI στο Ε5, ότι ο 27χρονος μιλούσε ανοιχτά για όσα γνώριζε και ότι αυτές οι διαρροές τον κατέστησαν επικίνδυνο για συγκεκριμένα πρόσωπα. Αυτό το ενδεχόμενο εξετάζεται ως βασικό κίνητρο πίσω από την απαγωγή του, την πολυήμερη κράτησή του χωρίς απαίτηση λύτρων και την τελική εκτέλεσή του.
Το δημοσίευμα που «πάγωσε» τους απαγωγείς και άνοιξε τον δρόμο για την έρευνα
Καθοριστικό ρόλο όμως στις εξελίξεις γύρω από την απαγωγή και τη δολοφονία του 27χρονου Μανώλη Βροντάκη έπαιξε και δημοσίευμα ημερήσιας εφημερίδας, που κυκλοφόρησε στις 29 Ιανουαρίου και φιλοξενήθηκε με έντονο παραπολιτικό ύφος στην πρώτη σελίδα.
Σύμφωνα με όσα μας μετέφερε αξιωματικός της ΕΛΑΣ, η σύντροφος του Βροντάκη είχε μιλήσει για τα όσα συνέβαιναν, σε συνεργάτη τηλεοπτικής εκπομπής, ο οποίος δεν είναι δημοσιογράφος. Ο ίδιος δεν μετέφερε την πληροφορία στην εκπομπή όπου συνεργάζεται, αλλά την αξιοποίησε ως θέμα σε ημερήσια εφημερίδα με την οποία διατηρεί επαγγελματική σχέση.
Το δημοσίευμα «φωτογράφιζε» με σαφήνεια πρόσωπα και ρόλους πίσω από την απαγωγή του 27χρονου, γεγονός που –κατά τις εκτιμήσεις των Αρχών– προκάλεσε πανικό στους απαγωγείς. Όπως προκύπτει από την έρευνα, οι δράστες είχαν ζητήσει από τη σύντροφό του να μην υπάρξει καμία δημοσιοποίηση της υπόθεσης.
Η εμφάνιση του θέματος στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας εκτιμάται ότι επιτάχυνε δραματικά τις εξελίξεις, με τις Αρχές να εξετάζουν σοβαρά το ενδεχόμενο η εκτέλεση του Βροντάκη να έγινε νωρίτερα από τον αρχικό σχεδιασμό, ακριβώς λόγω της δημοσιότητας που έλαβε η υπόθεση.
Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΛ.ΑΣ. διερεύνησε αν υπήρξε «φωτογραφική» δημοσιοποίηση σε έντυπο ή διαδικτυακό μέσο, στοιχείο που τελικά συνέβαλε στο να ξετυλιχθεί το κουβάρι για το ποιοι, πώς και γιατί κινήθηκαν τόσο βιαστικά, οδηγώντας στη δολοφονία του 27χρονου.
Η ΕΛ.ΑΣ. λοιπόν θεωρεί ότι ο Μανώλης Βροντάκης οδηγήθηκε στον θάνατο επειδή γνώριζε περισσότερα απ’ όσα «έπρεπε» και δεν κράτησε τις πληροφορίες αυτές για τον εαυτό του, με την υπόθεση να παραμένει στο επίκεντρο των ερευνών για τη διαλεύκανση τόσο της δικής του δολοφονίας όσο και της ανεξιχνίαστης εκτέλεσης του Χρήστου Γιαλιά.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η σορός του βρέθηκε δεμένη χειροπόδαρα σε ρέμα στη Νέα Πέραμο, με ενδείξεις ότι οι δράστες επιχείρησαν να την κάψουν για να εξαφανίσουν ίχνη.
Οι έρευνες συνεχίζονται με εντατικούς ρυθμούς, ενώ το σύνολο των παραπάνω στοιχείων αξιολογείται ως κρίσιμο για τη διαλεύκανση τόσο της δολοφονίας Βροντάκη όσο και της υπόθεσης Γιαλιά.










