🔺Του Σωτήρη Μ. Τζούμα
Το φωτογραφικό στιγμιότυπο από τη Θεία Λειτουργία στον Ιερό Καθεδρικό Ναό της του Θεού Σοφίας Θεσσαλονίκης, όπου χοροστάτησε ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης, θα έπρεπε να αποτελεί αποκλειστικά μαρτυρία ενότητας, σεβασμού και εκκλησιαστικής ευπρέπειας.
Και πράγματι, ως πράξη αδελφικής αλληλεγγύης και έκφραση του φιλαδέλφου πνεύματος που οφείλει να διέπει τους Αρχιερείς, η δημοσίευσή του θα μπορούσε να θεωρηθεί ως απολύτως θεμιτή.
Μπροστά στα αδιέξοδα της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού
Ωστόσο, το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην πρόθεση, αλλά στη διάκριση – ή μάλλον στην απουσία της διάκρισης και στο περίσσευμα της κακότητας.
Στη συγκεκριμένη φωτογραφία εικονίζεται εκτός από το κεντρικό πρόσωπο που είχε την ευθύνη της ανάρτησή και ένας γέροντας Ιεράρχης, ο οποίος, καταβεβλημένος από την ηλικία και την κόπωση, έχει κλείσει για λίγο τα μάτια του. Πρόκειται για τον γέροντα Ιεράρχη Βρυούλων Παντελεήμονα που περίμενε ως το βαθύ γήρας για να προαχθεί σε Μητροπολίτη. Και όταν αυτό συνέβη δεν άραξε όπως θα έκαναν οι περισσότεροι αλλά επιδόθηκε με νεανικό ζήλο στην ανασύσταση – όσο μπορεί να γίνει αυτό- της ιστορικής Μητρόπολης Βρυούλων.
Είναι ένας Ιεράρχης 90 ετών (γεννήθηκε το 1936) με σώας τας φρένας, ο οποίος εξακολουθεί να ιερουργεί ανελλιπώς κάθε Κυριακή, δίνοντας έμπρακτη μαρτυρία διακονίας, συνέπειας και αυταπάρνησης. Περίμενε υπομονετικά καί αδιαμαρτύρητα στη θέση του Επισκόπου έως τα 82 του έτη, για να δεήσει ο Πατριάρχης να τον προαγάγει σε Μητροπολίτη. Μέχρι τότε πήγαινε τελευταίος στη σειρά, πίσω από πολύ νεώτερους Αρχιερείς. Και αφότου εξελέγη δεν ξάπλωσε στο ντιβάνι της καταξίωσης αλλά με νεανικό ενθουσιασμό προσπάθησε να δημιουργήσει και να ανασυστήσει την ιστορική Μητρόπολη. ΟΧΙ δεν ζει εκεί. Αλλά και όταν ζήτησε εκλογή Βοηθού ο οποίος θα συντελούσε τα μέγιστα στην αναδημιουργία το διευθυντήριο το αρνήθηκε. Είναι πιο απαραίτητο να εκλέγονται Βοηθοθ οι κολλητοί των Μητροπολιτών. Για ψυχολογική υποστήριξη. Μην πάθουν καμία μελαγχολία από τη μοναξιά! Θεέ μου τι βλέπεις και δεν μιλάς; Αλλά θα έλθει η ώρα για να μιλήσεις και τότε «αμαρτωλοί που φύγωμε».
Η δημοσιοποίηση ωστόσο μιας τέτοιας στιγμής, χωρίς την ελάχιστη μέριμνα να προστατευθεί η αξιοπρέπεια του προσώπου αυτού, δεν συνάδει ούτε με το αρχιερατικό αξίωμα ούτε με το εκκλησιαστικό ήθος.Πρόκειται για κατάντια αφού ολοφάνερα επιδιώκεται ο εξευτελισμός του γέροντα Ιεράρχη. Αν ήμουν στη θέση του θα έκανα αγωγή για προσβολή της αξιοπρέπειάς μου.
Εύλογα γεννάται το ερώτημα:
Γιατί δεν υπήρξε η στοιχειώδης ευαισθησία να αφαιρεθεί ή να απομονωθεί το συγκεκριμένο πρόσωπο από το κάδρο;
Τι εξυπηρετεί η έκθεση ενός γέροντος Ιεράρχη σε σχόλια, ειρωνείες και κακόβουλες ερμηνείες;
Η Εκκλησία δεν είναι χώρος δημοσίων σχέσεων ούτε πεδίο άκριτης προβολής. Είναι χώρος σταυρού, σεβασμού και προστασίας του αδελφού – ιδίως του αδυνάτου και του ηλικιωμένου. Όταν αυτό αγνοείται, τότε η πράξη, ακόμη κι αν δεν είναι εκ προθέσεως κακόβουλη, καθίσταται σκανδαλιστική.
Ας αναλογιστεί ο καθένας –και πρωτίστως όσοι φέρουν το βάρος της Αρχιερωσύνης– πώς θα ήθελε να αντιμετωπιστεί ο ίδιος όταν φτάσει σε αυτή την ηλικία. Η φθορά του σώματος δεν είναι ντροπή αλλά είναι μαρτυρία ζωής και διακονίας. Ντροπή είναι η έλλειψη διάκρισης.
Δυστυχώς, τέτοιες εικόνες και τέτοιες πρακτικές γίνονται όπλο στα χέρια όσων εχθρεύονται την πίστη και αφορμή για να σκανδαλίζονται οι πιστοί και μάλιστα τα νέα παιδιά και να απομακρύνονται από την Εκκλησία. Και ακόμη χειρότερα, βρίσκουν χώρο να θριαμβολογούν οι κάθε λογής κακοπροαίρετοι, που επιδίδονται στον εξευτελισμό του ιερού κλήρου και του Ορθόδοξου Μοναχισμού. .
Η Εκκλησία δεν έχει ανάγκη από τέτοιες «απροσεξίες». Έχει ανάγκη από ποιμένες με διάκριση, σιωπή όταν πρέπει, και βαθύ σεβασμό στον αδελφό τους.
Διαφορετικά, το τίμημα δεν το πληρώνει ένα πρόσωπο, αλλά το ίδιο το εκκλησιαστικό ήθος.
Κρίμα.










