Σαφή μηνύματα στην Τουρκία στέλνει ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης με τη συνέντευξη στον Αλέξη Παπαχελά.
«Δεν έχω κάποια επίσημη ενημέρωση αν επίκειται κάποιο ταξίδι του Προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ στην πατρίδα μας, αυτά είναι ζητήματα τα οποία συζητιώνται πάντα», δήλωσε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στη συνέντευξή του στον δημοσιογράφο Αλέξη Παπαχελά για λογαριασμό του ΣΚΑΪ, μετά τη δήλωση της Κίμπερλι Γκιλφόιλ ότι Τραμπ πρόκειται να επισκεφθεί τη χώρα μας. «Αυτό το οποίο μπορώ να σας πω», συνέχισε ο πρωθυπουργός, «είναι ότι σε αυτόν τον κόσμο γεμάτο αβεβαιότητες είναι απολύτως κατανοητό η ελληνική κοινωνία να ανησυχεί για το πού πηγαίνουμε συνολικά ως χώρα, πού πηγαίνει η Ευρώπη, πώς διαμορφώνονται οι σχέσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ηνωμένων Πολιτειών και ελπίζω να μας δοθεί η δυνατότητα να εξηγήσουμε με απλά λόγια ποια είναι η στρατηγική της χώρας μας και πώς μπορούμε να εκμεταλλευτούμε τα ιδιαίτερα πλεονεκτήματά μας, ώστε να παραμείνουμε ένας πόλος σταθερότητας σε μια ταραγμένη περιοχή».
«Πριν τις 15 Φεβρουαρίου η συνάντηση με τον Ερντογάν»
Ερωτηθείς για το ότι οι πρόεδροι Τουρκίας και ΗΠΑ, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και Ντόναλντ Τραμπ, επικοινωνούν συχνά τηλεφωνικά και ότι γίνεται συζήτηση για τι θα σήμαινε μια αμερικανική μεσολάβηση και αν συμμερίζεται αυτές τις ανησυχίες, ο πρωθυπουργός απάντησε χαρακτηριστικά πως «όχι, δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτές τις ανησυχίες», τονίζοντας ότι η Ελλάδα έχει μια στρατηγική σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. «Οι στρατηγικές σχέσεις Ελλάδος και Ηνωμένων Πολιτειών βρίσκονται στο καλύτερο σημείο που ήταν ποτέ και πρέπει κάποιος να αντιληφθεί ότι, όταν μιλάμε για στρατηγικές σχέσεις της Ελλάδος με τις Ηνωμένες Πολιτείες, δεν αναφερόμαστε μόνο στις σχέσεις που έχουμε με τον πρόεδρο Τραμπ ή το γραφείο του. Αναφερόμαστε και σε διαχρονικές και σταθερές σχέσεις που έχουμε με το Κογκρέσο και με τους υπόλοιπους πόλους εξουσίας στις Ηνωμένες Πολιτείες».
Όσον αφορά τις σχέσεις με την Τουρκία, τόνισε ότι είναι αυτοτελείς. Ο κ. Μητσοτάκης πρόσθεσε πως θα έχει την ευκαιρία να βρεθεί στην Άγκυρα τις επόμενες εβδομάδες «και σε καμία περίπτωση δεν θεωρώ και νομίζω ότι αυτή την άποψη τη συμμερίζεται και η Τουρκία ότι χρειαζόμαστε κάποιον επιδιαιτητή ή κάποιον διαμεσολαβητή για να συζητήσουμε ζητήματα τα οποία αφορούν τις δύο χώρες».
Ακόμη, ο κ. Μητσοτάκης δήλωσε ότι θα βρεθεί με τον κ. Ερντογάν πριν τις 15 Φεβρουαρίου.
«Η μεγάλη διαφορά μας με την Τουρκία είναι μία και μόνη»
Ερωτηθείς για τις δηλώσεις του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών, Χακάν Φιντάν, λίγο πριν την Πρωτοχρονιά, στις οποίες ανέφερε ότι η Τουρκία είναι έτοιμη να συζητήσει και να προχωρήσει σε μια λύση στο Αιγαίο, ο πρωθυπουργός απάντησε ότι «καταρχάς, από τότε που υπογράψαμε πριν από δύο και κάτι χρόνια τη Διακήρυξη των Αθηνών, θεωρώ ότι έχουμε κάποια σημαντικά κεκτημένα τα οποία δεν πρέπει να τα αμελούμε. Υπάρχει μια πολύ σημαντική μείωση της έντασης, ειδικά στον αέρα, σε επίπεδο παραβιάσεων και παραβάσεων του εθνικού εναέριου χώρου. Έχουμε δει έναν σημαντικότατο περιορισμό. Έχουμε μια πολύ καλή συνεργασία με την Τουρκία στα ζητήματα του μεταναστευτικού. Έχουμε δεκάδες χιλιάδες Τούρκους επισκέπτες, οι οποίοι εκμεταλλεύονται το καθεστώς της γρήγορης βίζας για να στηρίζουν τον τουρισμό μας στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Και έχουμε οικοδομήσει ανοιχτούς δίαυλος επικοινωνίας, έτσι ώστε να μπορούμε, εάνπροκύπτει οποιαδήποτε ένταση, να την εκτονώσουμε σχετικά γρήγορα».
Ωστόσο, ο πρωθυπουργός τόνισε ότι δεν τρέφει αυταπάτες, σημειώνοντας παράλληλα ότι το μείζον ζήτημα, η μεγάλη διαφορά μας με την Τουρκία είναι μία και μόνη και αυτή είναι η οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδος στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. «Και όσο η Τουρκία προσθέτει σε αυτό το μενού και άλλα θέματα, καταλαβαίνετε ότι το να προχωρήσουμε περαιτέρω σε αυτή την κατεύθυνση είναι κάτι το οποίο σε αυτή τη συγκυρία το θεωρώ δύσκολο». «Παρά ταύτα, εγώ κρατώ την δήλωση του κυρίου Φιντάν ως μια θετική αναγνώριση ότι η Τουρκία ενδεχομένως να μπορεί και να εξετάζει κάποια από τα πάγια θέματά της, να μην τα αναδεικνύει με την ίδια ένταση που το έκανε στο παρελθόν. Βέβαια, μετά τη δήλωση Φιντάν είχαμε τις πάγιες θέσεις του τουρκικού υπουργείου Άμυνας. Αυτά δεν είναι πράγματα τα οποία με εκπλήσσουν», πρόσθεσε ο κ. Μητσοτάκης.
Συνεχίζοντας, ο πρωθυπουργός εξέφρασε την πεποίθηση πως είναι καλό το ότι μπορεί να συνομιλεί απευθείας με τον κ. Ερντογάν, «διότι προφανώς δεν συζητούμε μόνο τα ελληνοτουρκικά». «Η Ελλάδα θα είχε κάθε διάθεση να αναπτύξει και περισσότερες πρωτοβουλίες στην ευρύτερη περιοχή. Θα μπορούσαμε να δούμε το ζήτημα μιας ευρύτερης περιφερειακής διάσκεψης που να εμπλέκει και την Τουρκία. Είμαστε γείτονες, καταδικασμένοι από τη γεωγραφία να συνυπάρχουμε και πρέπει σταθερά να υπάρχουν ανοιχτοί δίαυλοι επικοινωνίας», πρόσθεσε ο ίδιος και τόνισε ότι τα δύο μεγάλα αγκάθια στις ελληνοτουρκικές σχέσεις είναι πάντα οι γκρίζες ζώνες και το ζήτημα της αποστρατιωτικοποίησης.
Ερωτηθείς για το αν βλέπει κάποιο σημάδι ότι μήπως αυτά τα ζητήματα να μπορούν να βγουν από το τραπέζι, ο κ. Μητσοτάκης απάντησε πως θα το ήλπιζε, «διότι για την Ελλάδα είναι θέματα τα οποία δεν υφίστανται και για αυτό και εμείς δεν υποκύπτουμε ποτέ να μπούμε σε οποιαδήποτε τέτοια συζήτηση. Και νομίζω ότι αυτό είναι και κάτι το οποίο θα πρέπει η Τουρκία να το καταλάβει».
Ο πρωθυπουργός σημείωσε ακόμη πως η Άγκυρα πρέπει να αντιληφθεί ότι μια επίλυση της μεγάλης διαφοράς μεταξύ των δύο χωρών, θα είχε και άλλα παράπλευρα οφέλη ως προς τη δυνατότητα της Τουρκίας να προσεγγίσει περισσότερο την Ευρωπαϊκή Ένωση όπως τη συμμετοχή της σε σε κάποια μελλοντικά προγράμματα τα οποία θα χρηματοδοτούν την αμυντική της βιομηχανία με ευρωπαϊκούς πόρους.
«Όσο υπάρχει το casus belli, η Τουρκία δεν μπορεί να εκμεταλλευτεί ευρωπαϊκή χρηματοδότηση»
Ωστόσο, ο πρωθυπουργός έστειλε και σαφές μήνυμα προς την Τουρκία. «Αλλά εμείς ήμασταν απολύτως σαφείς: Όσο υπάρχει το casus belli, η Τουρκία δεν μπορεί να εκμεταλλευτεί ευρωπαϊκή χρηματοδότηση. Και παρά την αμφισβήτηση κάποιων ότι αυτή η στάση μας είχε ουσιαστική αξία, απεδείχθη εκ του αποτελέσματος ότι μπορέσαμε να πετύχουμε αυτόν τον στόχο μας».
Όπως τόνισε ο πρωθυπουργός, ο στόχος της Αθήνας δεν είναι να αποκλειστεί στο διηνεκές η Τουρκία από μία πιο ισχυρή συνεργασία με την Ευρώπη. «Ο στόχος μας είναι να χρησιμοποιήσουμε αυτό το διαπραγματευτικό μας χαρτί για να πείσουμε την Τουρκία ότι αυτές οι διεκδικήσεις είναι παντελώς άστοχες, αχρείαστες και εν πάση περιπτώσει, τριάντα και τόσα χρόνια πια μετά την απόφαση της Εθνοσυνέλευσης του ’95, όταν μιλάμε για καλές σχέσεις μεταξύ γειτόνων, τι νόημα μπορεί να έχει το casus belli; Έχουμε αρκετά προβλήματα στην περιοχή μας και στον κόσμο γενικότερα, ώστε να προσθέτουμε κι άλλα».
Για την τουρκική NAVTEX
Σχολιάζοντας την επ’ αόριστον τουρκική NAVTEX στο Αιγαίο, ο κ. Μητσοτάκης δήλωσε: «Έχουμε την πάγια μας θέση για αυτές τις NAVTEX και για τον παράνομο νομικό χαρακτήρα τους. Και σίγουρα η Ελλάδα δεν θα χρειαστεί να πάρει άδεια από κανέναν αν, παραδείγματος χάριν, θέλει να κάνει μια ηλεκτρική διασύνδεση μεταξύ ελληνικών νησιών στο Αιγαίο. Νομίζω ότι επαναλαμβάνονται μερικές φορές τα έργα και λίγο αυτιστικά από τις τουρκικές γραφειοκρατίες, πάγιες θέσεις, αλλά σε κάθε περίπτωση πιστεύω ότι αν ο Πρόεδρος Ερντογάν πραγματικά θέλει να αφήσει αυτό το κεφάλαιο στο παρελθόν και να μπορέσουμε να εστιάσουμε στο μέλλον, αν υπάρχει αυτή η επιθυμία, τότε εγώ θα ήμουν προφανώς διατεθειμένος να μπω ουσιαστικά σε αυτή τη συζήτηση. Αν με ρωτάτε πόσο πιθανό είναι, δεν το θεωρώ πολύ πιθανό στην παρούσα συγκυρία».
Χωρικά ύδατα
Αναφερόμενος στο ζήτημα των χωρικών υδάτων, ο κ. Μητσοτάκης σημείωσε ότι η Ελλάδα επί αυτής της κυβέρνησης έχει ήδη επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στο Ιόνιο. «Μεγάλωσε η Ελλάδα τα τελευταία έξι χρόνια και το δικαίωμα επέκτασης έως τα δώδεκα μίλια, όπως κατοχυρώνεται από το διεθνές δίκαιο, είναι αναφαίρετο δικαίωμα της Ελλάδος, το οποίο θα ασκηθεί όταν κρίνουμε ότι είναι οι πιο κατάλληλες συνθήκες».
Συνεχίζοντας, σημείωσε ότι οφείλει να επισημάνει πως «εδώ και δεκαετίες η Ελλάδα δεν έχει ασκήσει καθόλου αυτό το δικαίωμα. Για πρώτη φορά το κάναμε εμείς στο Ιόνιο. Δεν θέλω να μιλήσω περισσότερο δημόσια για το ζήτημα αυτό, παρά μόνο να επαναλάβω ότι είναι ένα μονομερές δικαίωμα της πατρίδος μας, το οποίο σίγουρα δεν απαιτεί την έγκριση κανενός άλλου, προκειμένου αυτό να ασκηθεί. Από την άλλη, πρέπει να έχουμε μία αίσθηση ότι όταν μιλάμε για το Αιγαίο και την ελεύθερη ναυσιπλοΐα, δεν είναι ζήτημα το οποίο αφορά προφανώς μόνο την Ελλάδα και την και την Τουρκία. Αλλά δεν θέλω να μιλήσω περισσότερο για το ζήτημα αυτό».
Σε ερώτηση του κ. Παπαχελά για το αν υπάρχει στο μυαλό του μια λύση με την Τουρκία, η οποία είναι εθνικά αποδεκτή και πολιτικά διαχειρίσιμη ταυτόχρονα, ο πρωθυπουργός απάντησε: «Ναι, υπάρχει λύση, η οποία μπορεί να συμφωνηθεί με την Τουρκία. Καταρχάς, μπορεί η λύση από μόνη της να είναι η παραπομπή της διαφοράς μας σε ένα διεθνές δικαιοδοτικό όργανο. Αλλά προφανώς καταλαβαίνετε ότι όσο υπάρχει στο τραπέζι η εντός εισαγωγικών θεωρία των γκρίζων ζωνών, όσο δηλαδή έστω και εμμέσως αμφισβητείται η κυριαρχία – όχι κυριαρχικά δικαιώματα των ελληνικών νησιών στο Αιγαίο – και όσο επικρέμεται από πάνω μας μια απειλή πολέμου, είναι πολύ δύσκολο να φτάσουμε σε αυτό το σημείο. Εγώ θα κρατήσω ότι η δήλωση του κ. Φιντάν ήταν ένα δειλό βήμα, θα έλεγα, στη σωστή κατεύθυνση, αλλά περισσότερα θα μπορώ να σας πω μετά τη συνάντηση που θα έχω με τον κ. Ερντογάν».
«Οι ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις στηρίζουν το αποτρεπτικό δόγμα της εξωτερικής μας πολιτικής»
«Το ζητούμενο εδώ πέρα δεν είναι τι έγινε στο παρελθόν. Είναι τι γίνεται τώρα. Και η δικιά μου υποχρέωση ως Πρωθυπουργός της χώρας είναι πρώτα και πάνω απ’ όλα να ενισχύω τη διαπραγματευτική θέση της πατρίδας μας, να κρατάω τη χώρα μας ασφαλή. Εμείς δεν επενδύσαμε ποτέ στη στασιμότητα ως δόγμα εξωτερικής πολιτικής. Έγιναν πολύ σημαντικές κινήσεις τον τελευταίο χρόνο και με τα θαλάσσια χωροταξικά πάρκα, με τα θαλάσσια περιβαλλοντικά πάρκα και με τον εθνικό θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό και με την ανάδειξη της Ελλάδος ως ενός σημαντικού γεωστρατηγικού παίκτη στον τομέα της ενέργειας», δήλωσε ο πρωθυπουργός και συνέχισε: «Άρα, η Ελλάδα κινείται. Η Ελλάδα εξοπλίζεται. Όχι γιατί οι εξοπλισμοί μας πρέπει να είναι σε μόνιμη αντιδιαστολή με αυτά τα οποία κάνει η Τουρκία, αλλά γιατί έχουμε μία υποχρέωση να θωρακίζουμε τις Ένοπλες Δυνάμεις μας. Γιατί οι ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις στηρίζουν το αποτρεπτικό δόγμα της εξωτερικής μας πολιτικής. Άρα, εμείς δεν περιμένουμε να δούμε ένα παράθυρο ευκαιρίας με την Τουρκία, χωρίς να επενδύουμε στη δικιά μας την ισχύ. Η Ελλάδα είναι πάντα προσκολλημένη στο διεθνές δίκαιο. Άρα, εμείς θα υπερασπιζόμαστε την ισχύ των αξιών μας. Αλλά έχει έρθει ώρα να επενδύσουμε και στην αξία της ισχύος μας. Και τα δύο πρέπει να συμβαίνουν ταυτόχρονα. Και αυτή την πολιτική υπηρετεί η χώρα μας».










