Η ένσταση αφορά συγκεκριμένα τα άρθρα του νομοσχεδίου και εδράζεται σε δύο βασικούς άξονες.
Ένσταση αντισυνταγματικότητας κατά του νομοσχεδίου του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας για τον νέο «Χάρτη Μετάβασης των Ενόπλων Δυνάμεων στη Νέα Εποχή» που συζητείται ά σήμερα στην Ολομέλεια κατέθεσαν οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ στρέφοντας τα πυρά τους στον πυρήνα των ρυθμίσεων που αφορούν τη σταδιοδρομία, την εξέλιξη και το βαθμολόγιο αξιωματικών, υπαξιωματικών και Επαγγελματιών Οπλιτών.
Η ένσταση αφορά συγκεκριμένα τα άρθρα του νομοσχεδίου και εδράζεται σε δύο βασικούς άξονες: την παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης των στελεχών, καθώς και τη συνταγματικά προβληματική έκταση των εξουσιοδοτήσεων προς τη Διοίκηση.
Σύμφωνα με το ΠΑΣΟΚ, οι ρυθμίσεις οδηγούν σε αιφνίδια και ριζική ανατροπή των όρων σταδιοδρομίας χιλιάδων ήδη υπηρετούντων στελεχών, οι οποίοι εισήλθαν και εξελίχθηκαν στις Ένοπλες Δυνάμεις υπό ένα συγκεκριμένο και διαχρονικά παγιωμένο νομοθετικό καθεστώς. Η πρόβλεψη χαμηλότερων καταληκτικών βαθμών και η εφαρμογή του νέου συστήματος και στους εν ενεργεία στρατιωτικούς, κατά την εκτίμηση των ενισταμένων βουλευτών, δεν αφορά απλώς μελλοντικές προσλήψεις αλλά «κόβει» διαδρομές που βρίσκονταν σε εξέλιξη, επηρεάζοντας έννομες σχέσεις δεκαετιών.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο γεγονός ότι η λεγόμενη «μεταβατική περίοδος» δεν συνιστά ουσιαστική προστασία για την πλειονότητα των στελεχών. Όπως υποστηρίζεται, η προαγωγική εξέλιξη είτε καταργείται είτε εξαρτάται αποκλειστικά από την ύπαρξη κενών οργανικών θέσεων, καθιστώντας την προοπτική ουσιαστικά θεωρητική. Πρόκειται, όπως σημειώνεται, όχι μόνο για μισθολογικό ή υπηρεσιακό πλήγμα, αλλά και για ηθική απαξίωση της πολυετούς υπηρεσίας και προσφοράς τους.
Παράλληλα, το ΠΑΣΟΚ κάνει λόγο για ευθεία παραβίαση άρθρων του Συντάγματος, επισημαίνοντας ότι το νομοσχέδιο μεταβιβάζει στη Διοίκηση –και δη στον Υπουργό Εθνικής Άμυνας– κρίσιμες αποφασιστικές αρμοδιότητες. Ζητήματα όπως ο αριθμός και η κατανομή των οργανικών θέσεων, οι επετηρίδες, τα κριτήρια αξιολόγησης και προαγωγής, ακόμα και η ίδρυση ή κατάργηση σωμάτων και ειδικοτήτων, αφήνονται να ρυθμιστούν με υπουργικές αποφάσεις και προεδρικά διατάγματα, χωρίς σαφές νομοθετικό πλαίσιο και συγκεκριμένες κατευθύνσεις.
Κατά την επιχειρηματολογία της ένστασης, πρόκειται για εκχώρηση ουσιωδών στοιχείων της νομοθετικής αρμοδιότητας στην εκτελεστική εξουσία, ανοίγοντας πεδίο ευρείας διακριτικής ευχέρειας, άνισης μεταχείρισης και δυνητικής αυθαιρεσίας. Όπως τονίζεται, τέτοιου χαρακτήρα ρυθμίσεις δεν μπορούν να θεωρηθούν «τεχνικές λεπτομέρειες», αλλά αγγίζουν τον πυρήνα της υπηρεσιακής κατάστασης των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων.
Με βάση τα παραπάνω, οι ενιστάμενοι βουλευτές εκτιμούν ότι οι επίμαχες διατάξεις υπερβαίνουν τα συνταγματικά ανεκτά όρια, παραβιάζουν θεμελιώδεις αρχές του κράτους δικαίου και καθιστούν το νομοσχέδιο αντισυνταγματικό τόσο ως προς το περιεχόμενό του όσο και ως προς τον τρόπο με τον οποίο επιχειρεί να εφαρμοστεί.










