Μια ακόμη προσπάθεια εξεύρεσης λύσης στα ανοιχτά ζητήματα του Great Sea Interconnector (GSI) διεξάγεται σήμερα, μέσα από νέα τηλεδιάσκεψη υπό την αιγίδα της Κομισιόν, με τη συμμετοχή ΡΑΕΚ, ΡΑΑΕΥ και ΑΔΜΗΕ. Το έργο, στρατηγικής σημασίας για την ενεργειακή ασφάλεια της Κύπρου αλλά και για τη θέση τους στον χάρτη της Ανατολικής Μεσογείου, παραμένει εγκλωβισμένο σε ένα πλέγμα πολιτικών, οικονομικών και ρυθμιστικών δυσκολιών.
Η σημερινή συζήτηση διεξάγεται στον απόηχο της αναβληθείσας συνάντησης Μητσοτάκη – Ερντογάν στη Νέα Υόρκη, με τις δηλώσεις του Τούρκου Προέδρου ότι «κανένα έργο στην Ανατολική Μεσόγειο δεν γίνεται χωρίς την Τουρκία» να δυναμιτίζουν την πολιτική των ήρεμων νερών μεταξύ των δύο χωρών και να επιβαρύνουν περαιτέρω το κλίμα.
Ωστόσο, η κοινή δήλωση του Έλληνα πρωθυπουργού και του Κύπριου Προέδρου Νίκου Χριστοδουλίδη διαβεβαίωσε ότι οι δύο χώρες παραμένουν δεσμευμένες στην υλοποίηση του έργου, με τη στήριξη της Προέδρου της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και του προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Σαρλ Μισέλ.
Το ζητούμενο είναι αν αυτή η πολιτική κάλυψη μπορεί να μεταφραστεί σε πράξεις, ιδιαίτερα από τη Λευκωσία, η οποία εξακολουθεί να είναι επιφυλακτική.
Ο Κύπριος υπουργός Οικονομικών, Μάκης Κεραυνός, παραδέχθηκε πρόσφατα ότι «υπάρχει μια ανησυχία στο Υπουργείο Οικονομικών» σε σχέση με το έργο, σημειώνοντας ότι θα εξεταστούν «όλες οι πτυχές, νομικές και οικονομικές» πριν αποφασιστεί αν θα καταβληθεί η κυπριακή συνεισφορά των 67 εκατ. ευρώ. Δεν απέκλεισε μάλιστα το ενδεχόμενο να ζητηθεί γνωμάτευση από τη Νομική Υπηρεσία.
Η δήλωσή του αντανακλά μια πάγια θέση της Λευκωσίας: «πρώτα ξεκάθαρες έρευνες και αποδείξεις δαπανών και μετά πληρωμές».










